don't peace me off
Γυναίκα, μόνη, ψάχνει, βρίσκει και γράφει. Ανδρικά παραληρήματα, γυναικείες υστερίες. Ιστορίες χωρίς φύλο.
Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010
Τρίτη 22 Ιουνίου 2010
Lost
Δεν ξέρω τι είναι πιο δόκιμο. Να γράφεις υπό συναισθηματική έξαψη ή υπό συναισθηματική αταραξία; Στη παρούσα φάση, υπό συναισθηματική τελματοποίηση.
Στο σημείο δηλαδή που τίποτα δεν πάει μπροστά και τίποτα πίσω, σαν μια κουρασμένη μηχανή αυτοκινήτου που μια μέρα παύει να υπακούει στις μηχανικές προσταγές της μίζας και αποσύρεται άρον άρον σε κάποιο υπόγειο γκαράζ…
Ψυχή σαραβαλάκι; Κουρασμένη πάντως ναι. Από τα αδιάκοπα σταμάτα, ξεκίνα. Πρώτη, δευτέρα. Και μετά νεκρά, να τρέχει με ελεγχόμενο φρένο στη κατηφόρα.
Η ψυχολογική κούραση, μοιάζει στα σημεία με την σωματική. Θέλεις και στις δυο καταστάσεις να κοιμάσαι κανονικό οχτάωρο μπορεί και δεκάωρο σερί, μονορούφι. Ισως να κινητοποιείται κάποιος εγκεφαλικός μηχανισμός που να δίνει εντολή για λίγη παύση από το αδιάκοπο σφυροκόπημα της σκέψης.
Σκέψη σταμάτα να κατέβω, ένα πράγμα!
Υπάρχουν φορές που δεν αντέχεται το να μην αντέχεις τον εαυτό σου. Σαν ο εαυτός να διασπάται ισόποσα στα δύο και το δίδυμο εγώ σου να σε κοιτάει από ψηλά με μια δόση ειρωνείας, αηδίας, σαστιμάρας κ.ο.κ. Τι γίνεται όμως όταν σώμα και ψυχή δεν τα βρίσκουν ούτε και στον ύπνο; Και κάθεσαι αραχτός στο καναπέ να βλέπεις μεταμεσονύχτια σήριαλ του Mega του περασμένου αιώνα με τον Μαρκουλάκη σχεδόν να μπουσουλάει… Ελα πουλάκι μου κλείσε τα μάτια, έλα μπορείς να κοιμηθείς, έλα μη μπιπ μπιπ το φελέκι μου!
Αναπτήρας, γκαζάκι, φακελάκι τσαγιού, φλιτζάνι και πάλι στο καναπέ. Ναι έχει ξημερώσει τώρα και παίρνεις το πρωινό στον καναπέ. Ο Μαρκουλάκης, δέκα χρόνια μετά, στρογγυλοκάθεται σε κάποιον αναπαυτικό καναπέ κάποιας Ελένης, κάποιου Χαριτάτου…
Σε λίγο πρέπει να μπεις για μπάνιο ε! Και άλλαξε πια εκείνο το τζιν. Όλο το ίδιο κάθε μέρα. Κόπωση πριν καν φτάσεις στη δουλειά.
Κάπου μεταξύ αφρού στα μαλλιά και ξυραφιού στα πόδια, σου έρχονται σκέψεις ανάκατες. Αν ξεσκαρτάρω από το σωρό η πιο επιζήμια είναι αυτή που πάει κάπως έτσι: τι σοι άνθρωποι είναι εκείνοι που αποφασίζουν να κάνουν το γύρω του κόσμου, εκείνοι που πέφτουν με αλεξίπτωτα, που αλλάζουν το ένα extreme μετά το άλλο, που ξέρουν να ζουν δυνατά εν κατακλείδι; Και εσύ δεν μπορείς να αλλάξεις ούτε το τζιν…
Ο έρωτας ή το επάγγελμα. Ελα λέγε τι από τα δυο σε φρενάρει. Και τα δυο. Αλλά δεν είναι αυτό. Ναι αλλά τι; Τι; Ξέρω γω! Ο έρωτας πια θυμίζει παλιό αλλά πιασάρικο σλόγκαν σαμπουάν: με τη διαφορά ότι αντί για wash βάζεις τη λέξη F..uck.
F..ck and go…
Το επάγγελμα, έχει κουράσει προ πολλού. Και τα δυο είναι να τα κοιτάς και να τους στέλνεις χαιρετίσματα με το μεσαίο δάχτυλο σηκωμένο. Ας περάσει το καλοκαίρι και βλέπουμε. Οσο πάει, όσο τραβήξει. Και μετά κάνουμε πράξη όλα όσα ανόητα αναπαράγουν ακόμα και οι χαζοδιαφημίσεις: Η ζωή έχει το χρώμα που της δίνεις, ζήσε τη ζωή σου στο έπαρκο και δε συμμαζεύεται.
Ε, ποιον κοροϊδεύεις; 33 καλοκαίρια περάσανε και ίσως περάσουν και άλλα τόσο χωρίς να κουνήσεις το παραμικρό δαχτυλάκι σου. Δες Μαρκουλάκη-μπέμπη, κοιμήσου αποχαυνωμένη, go πριν F..ck και όταν θα κάνεις μπάνιο θα έχεις τη μουσική δυνατά για να μην ακούς τη σκέψη σου.
Στο σημείο δηλαδή που τίποτα δεν πάει μπροστά και τίποτα πίσω, σαν μια κουρασμένη μηχανή αυτοκινήτου που μια μέρα παύει να υπακούει στις μηχανικές προσταγές της μίζας και αποσύρεται άρον άρον σε κάποιο υπόγειο γκαράζ…
Ψυχή σαραβαλάκι; Κουρασμένη πάντως ναι. Από τα αδιάκοπα σταμάτα, ξεκίνα. Πρώτη, δευτέρα. Και μετά νεκρά, να τρέχει με ελεγχόμενο φρένο στη κατηφόρα.
Η ψυχολογική κούραση, μοιάζει στα σημεία με την σωματική. Θέλεις και στις δυο καταστάσεις να κοιμάσαι κανονικό οχτάωρο μπορεί και δεκάωρο σερί, μονορούφι. Ισως να κινητοποιείται κάποιος εγκεφαλικός μηχανισμός που να δίνει εντολή για λίγη παύση από το αδιάκοπο σφυροκόπημα της σκέψης.
Σκέψη σταμάτα να κατέβω, ένα πράγμα!
Υπάρχουν φορές που δεν αντέχεται το να μην αντέχεις τον εαυτό σου. Σαν ο εαυτός να διασπάται ισόποσα στα δύο και το δίδυμο εγώ σου να σε κοιτάει από ψηλά με μια δόση ειρωνείας, αηδίας, σαστιμάρας κ.ο.κ. Τι γίνεται όμως όταν σώμα και ψυχή δεν τα βρίσκουν ούτε και στον ύπνο; Και κάθεσαι αραχτός στο καναπέ να βλέπεις μεταμεσονύχτια σήριαλ του Mega του περασμένου αιώνα με τον Μαρκουλάκη σχεδόν να μπουσουλάει… Ελα πουλάκι μου κλείσε τα μάτια, έλα μπορείς να κοιμηθείς, έλα μη μπιπ μπιπ το φελέκι μου!
Αναπτήρας, γκαζάκι, φακελάκι τσαγιού, φλιτζάνι και πάλι στο καναπέ. Ναι έχει ξημερώσει τώρα και παίρνεις το πρωινό στον καναπέ. Ο Μαρκουλάκης, δέκα χρόνια μετά, στρογγυλοκάθεται σε κάποιον αναπαυτικό καναπέ κάποιας Ελένης, κάποιου Χαριτάτου…
Σε λίγο πρέπει να μπεις για μπάνιο ε! Και άλλαξε πια εκείνο το τζιν. Όλο το ίδιο κάθε μέρα. Κόπωση πριν καν φτάσεις στη δουλειά.
Κάπου μεταξύ αφρού στα μαλλιά και ξυραφιού στα πόδια, σου έρχονται σκέψεις ανάκατες. Αν ξεσκαρτάρω από το σωρό η πιο επιζήμια είναι αυτή που πάει κάπως έτσι: τι σοι άνθρωποι είναι εκείνοι που αποφασίζουν να κάνουν το γύρω του κόσμου, εκείνοι που πέφτουν με αλεξίπτωτα, που αλλάζουν το ένα extreme μετά το άλλο, που ξέρουν να ζουν δυνατά εν κατακλείδι; Και εσύ δεν μπορείς να αλλάξεις ούτε το τζιν…
Ο έρωτας ή το επάγγελμα. Ελα λέγε τι από τα δυο σε φρενάρει. Και τα δυο. Αλλά δεν είναι αυτό. Ναι αλλά τι; Τι; Ξέρω γω! Ο έρωτας πια θυμίζει παλιό αλλά πιασάρικο σλόγκαν σαμπουάν: με τη διαφορά ότι αντί για wash βάζεις τη λέξη F..uck.
F..ck and go…
Το επάγγελμα, έχει κουράσει προ πολλού. Και τα δυο είναι να τα κοιτάς και να τους στέλνεις χαιρετίσματα με το μεσαίο δάχτυλο σηκωμένο. Ας περάσει το καλοκαίρι και βλέπουμε. Οσο πάει, όσο τραβήξει. Και μετά κάνουμε πράξη όλα όσα ανόητα αναπαράγουν ακόμα και οι χαζοδιαφημίσεις: Η ζωή έχει το χρώμα που της δίνεις, ζήσε τη ζωή σου στο έπαρκο και δε συμμαζεύεται.
Ε, ποιον κοροϊδεύεις; 33 καλοκαίρια περάσανε και ίσως περάσουν και άλλα τόσο χωρίς να κουνήσεις το παραμικρό δαχτυλάκι σου. Δες Μαρκουλάκη-μπέμπη, κοιμήσου αποχαυνωμένη, go πριν F..ck και όταν θα κάνεις μπάνιο θα έχεις τη μουσική δυνατά για να μην ακούς τη σκέψη σου.
Το Μονόγραμμα του Ελύτη
Θά πενθώ πάντα -- μ'ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο
ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ'αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ'αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ'έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ'αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ'αγαπώ καί σ'αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ'ουρανού με τ'άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν'αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ'αλλού φερμένο
Δέν τ'αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ'ακούς ;
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.
ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ'ακούς ;
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ'ακούς ;
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ'ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ'ακούς
Είμ'εγώ,μ'ακούς ;
Σ'αγαπώ,μ'ακούς ;
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ'ακούς ;
Πού μ'αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ'ακούς
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ'τούς κατακλυσμούς ;
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά'ρθει μέρα,μ'ακούς
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν πετρώματα,μ'ακούς ;
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,ν'ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα-- ένα , μ'ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ'ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ'ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ'ακούς ;
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ'ακούς ;
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ'ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ'ακούς ;
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ'ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν'ανθίσει αλλιώς,μ'ακούς ;
Σ'άλλη γή,σ'άλλο αστέρι,μ'ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ'ακούς
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ'άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ'ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ'ακούς ;
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ'ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ'ακούς ;
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ'εγώ πού φωνάζω κι είμ'εγώ πού κλαίω,μ'ακούς
Σ'αγαπώ,σ'αγαπώ,μ'ακούς;
μόνος,στόν Παράδεισο
ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ'αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ'αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ'έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ'αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ'αγαπώ καί σ'αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ'ουρανού με τ'άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν'αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ'αλλού φερμένο
Δέν τ'αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ'ακούς ;
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.
ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ'ακούς ;
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ'ακούς ;
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ'ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ'ακούς
Είμ'εγώ,μ'ακούς ;
Σ'αγαπώ,μ'ακούς ;
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ'ακούς ;
Πού μ'αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ'ακούς
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ'τούς κατακλυσμούς ;
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά'ρθει μέρα,μ'ακούς
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν πετρώματα,μ'ακούς ;
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,ν'ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα-- ένα , μ'ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ'ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ'ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ'ακούς ;
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ'ακούς ;
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ'ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ'ακούς ;
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ'ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν'ανθίσει αλλιώς,μ'ακούς ;
Σ'άλλη γή,σ'άλλο αστέρι,μ'ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ'ακούς
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ'άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ'ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ'ακούς ;
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ'ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ'ακούς ;
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ'εγώ πού φωνάζω κι είμ'εγώ πού κλαίω,μ'ακούς
Σ'αγαπώ,σ'αγαπώ,μ'ακούς;
Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010
Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010
Το τσίρκο του έρωτα
Το υγρό στεφάνι, αποτύπωμα από τον πάτο του ποτηριού, αφήνει τον κολλώδη λεκέ του πάνω στη ξύλινη επιφάνεια του μπαρ, ξανά και ξανά όσες φορές χρειαστεί να κάνει τη διαδρομή χείλη-μπάρα. Σε αυτή την ελαχίστων δευτερολέπτων κίνηση, το βλέμμα κάνει το δικό του παιχνίδι. Αντί να παρασυρθεί στη φυσική ανοδική ροή της κίνησης, παραμένει σταθερό στην ίδια ευθεία με τα πρόσωπα που στέκονται γύρω. Κοίτα με, επιτέλους! Δεν είμαι αρκετά όμορφη απόψε; Ευτυχώς δεν υπάρχουν πολλές γυναίκες σήμερα, άρα έχω περισσότερες πιθανότητες να με προσέξεις.
Συστηθήκαμε; Κορίτσια, ο μελλοντικός μεγάλος έρωτας μπορεί να βρίσκεται κάπου εκεί ανάμεσα. Αγόρια, το κορίτσι που θα …
Αλλά δε βαριέσαι! Άσε να κάνουμε παιχνίδι και βλέπουμε. Ίσως σήμερα σταθώ τυχερός και πριν ξεράσω στη λεκάνη του σπιτιού μου, να σταθώ μπροστά από έναν ξενύχτη περιπτερά για ένα πακέτο προφυλακτικά. Ολες π@@νες είσαστε και εσείς μα@@κες.
Στρώσεις μάσκαρα στις βλεφαρίδες, χρώμα πάνω από τα μάτια, στα μάγουλα, στα χείλη. Και η σάρκα άφθονη, να τραντάζεται σε κάθε beat. Και εκείνα τα παραγεμισμένα στήθη να πάλλονται από αυτό το ευχάριστο γουργουρητό της ηδονής κάθε φορά που δυο ανδρικά μάτια στριμώχνονται εκεί μέσα. Ο μπάρμαν εκστασιάζεται. Δίνει κάθε βράδυ ρεσιτάλ αλητείας πάνω στο βάθρο του επιβήτορα. Σερβίρει τις ζαλισμένες σάρκες φτηνό μπασταρδεμένο αλκοόλ μαζί με χαζοχαρούμενη ευτυχία.
Αγόρια σε σύγχυση, πάντα. Η μοιρασιά του σπέρματος σε όσο το δυνατόν περισσότερα καλοξυρισμένα από lazer μ@@ιά. Εντάξει δεν είμαστε και σαβουρογάμηδες! Να μας ιντριγκάρει λίγο πιο πριν και το «πακέτο». Βυζιά, κώλος, φόρεμα, γόβες στιλέτο, μπόλικη αυθάδεια και έξυπνες μπαρίστικες ατάκες. Λίγο μπλα μπλα έτσι, για την επικοινωνία. Και ύστερα;
Βιαστική σαρκική ικανοποίηση μέσα στα ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα μιας ασφυκτικής τουαλέτας με τα άκρως ασέξουαλ αξεσουάρ. Κι ύστερα σπίτι για ύπνο. Ηπιες τον έρωτα σαν σφηνάκι μπόμπα. Και ύστερα, τι κατάλαβες; Μόνος δεν είσαι;
Κορίτσια που θέλουν να τις θέλουν οι άντρες. Ζαλισμένες μέσα στην χημική αποχαύνωση της λακ και του μεικ απ, περιμένουν το σωτήρα από τη μίζερη ζωή τους. Πόσο οξυζενέ να αντέξουν οι τρίχες σου; Ο καθρέφτης αντανακλά την εικόνα σου. Μπράβο κορίτσι μου! Ισορροπείς επάξια πάνω σε δωδεκάποντες γόβες, καμούφλαρες την κυτταρίτιδα μέσα σε λάτεξ και τόνισες τον αυθάδικο πισινό σου σε στενά τζιν. Το παν είναι να τον τυλίξεις, όπως όπως. Να σε γουστάρει και να γεμίσεις τις ανδρικές sim των κινητών με το τηλέφωνό σου. Μπας και μέσα στο σωρό σταθείς και σήμερα τυχερή! Είσαι έτοιμη για το σόου;
Βιάσου μόνο μην στον φάει καμιά άλλη. Με μεγαλύτερο στήθος, με καλύτερο ρούχο, με περισσότερη ευκολία στους τρόπους.
Μέσα στη τουαλέτα, στο δωμάτιο σου, στο αυτοκίνητο, σε φτηνιάρικο ξενοδοχείο. Δεν έχει σημασία το μέρος, σημασία έχει να σε θέλει και σήμερα κάποιος, να αισθανθείς λιγότερο μοναξιά ή και να μεγαλώσεις την ελπίδα σου ότι ίσως αυτός δεν σε θέλει μόνο για ένα στα γρήγορα.
Μια ατόφια παρακμή
Κάπου εκεί μες στο σκοτάδι, υπάρχουν και αλήθειες ειπωμένες με τον πιο φειδωλό τρόπο. Ένα κερασμένο σφηνάκι είναι μόνο η αφορμή, ένα τρυφερό νηφάλιο βλέμμα, μια σκουντιά του έρωτα. Χαίρω πολύ. Πλάσμα μοναδικό που κρύβεται πίσω από τους φόβους της αγάπης. Η αγάπη γεννήθηκε σε ένα ξενυχτάδικο, ξημερώματα Δευτέρας, λίγες ώρες πριν φορεθεί το προσωπείο της δουλειάς. Δεν ζητάω πολλά, μόνο ένα. Είναι εύκολη λεία το άφθονο ανθρώπινο κρέας αραδιασμένο στο κρεβάτι. Το δύσκολο είναι να κρατήσεις τη ψυχή που περιβάλει την αγαπημένη σου μορφή.
Υ.Γ. γραμμένο ένα βράδυ Κυριακής σε κάποιο μπαρ…
Συστηθήκαμε; Κορίτσια, ο μελλοντικός μεγάλος έρωτας μπορεί να βρίσκεται κάπου εκεί ανάμεσα. Αγόρια, το κορίτσι που θα …
Αλλά δε βαριέσαι! Άσε να κάνουμε παιχνίδι και βλέπουμε. Ίσως σήμερα σταθώ τυχερός και πριν ξεράσω στη λεκάνη του σπιτιού μου, να σταθώ μπροστά από έναν ξενύχτη περιπτερά για ένα πακέτο προφυλακτικά. Ολες π@@νες είσαστε και εσείς μα@@κες.
Στρώσεις μάσκαρα στις βλεφαρίδες, χρώμα πάνω από τα μάτια, στα μάγουλα, στα χείλη. Και η σάρκα άφθονη, να τραντάζεται σε κάθε beat. Και εκείνα τα παραγεμισμένα στήθη να πάλλονται από αυτό το ευχάριστο γουργουρητό της ηδονής κάθε φορά που δυο ανδρικά μάτια στριμώχνονται εκεί μέσα. Ο μπάρμαν εκστασιάζεται. Δίνει κάθε βράδυ ρεσιτάλ αλητείας πάνω στο βάθρο του επιβήτορα. Σερβίρει τις ζαλισμένες σάρκες φτηνό μπασταρδεμένο αλκοόλ μαζί με χαζοχαρούμενη ευτυχία.
Αγόρια σε σύγχυση, πάντα. Η μοιρασιά του σπέρματος σε όσο το δυνατόν περισσότερα καλοξυρισμένα από lazer μ@@ιά. Εντάξει δεν είμαστε και σαβουρογάμηδες! Να μας ιντριγκάρει λίγο πιο πριν και το «πακέτο». Βυζιά, κώλος, φόρεμα, γόβες στιλέτο, μπόλικη αυθάδεια και έξυπνες μπαρίστικες ατάκες. Λίγο μπλα μπλα έτσι, για την επικοινωνία. Και ύστερα;
Βιαστική σαρκική ικανοποίηση μέσα στα ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα μιας ασφυκτικής τουαλέτας με τα άκρως ασέξουαλ αξεσουάρ. Κι ύστερα σπίτι για ύπνο. Ηπιες τον έρωτα σαν σφηνάκι μπόμπα. Και ύστερα, τι κατάλαβες; Μόνος δεν είσαι;
Κορίτσια που θέλουν να τις θέλουν οι άντρες. Ζαλισμένες μέσα στην χημική αποχαύνωση της λακ και του μεικ απ, περιμένουν το σωτήρα από τη μίζερη ζωή τους. Πόσο οξυζενέ να αντέξουν οι τρίχες σου; Ο καθρέφτης αντανακλά την εικόνα σου. Μπράβο κορίτσι μου! Ισορροπείς επάξια πάνω σε δωδεκάποντες γόβες, καμούφλαρες την κυτταρίτιδα μέσα σε λάτεξ και τόνισες τον αυθάδικο πισινό σου σε στενά τζιν. Το παν είναι να τον τυλίξεις, όπως όπως. Να σε γουστάρει και να γεμίσεις τις ανδρικές sim των κινητών με το τηλέφωνό σου. Μπας και μέσα στο σωρό σταθείς και σήμερα τυχερή! Είσαι έτοιμη για το σόου;
Βιάσου μόνο μην στον φάει καμιά άλλη. Με μεγαλύτερο στήθος, με καλύτερο ρούχο, με περισσότερη ευκολία στους τρόπους.
Μέσα στη τουαλέτα, στο δωμάτιο σου, στο αυτοκίνητο, σε φτηνιάρικο ξενοδοχείο. Δεν έχει σημασία το μέρος, σημασία έχει να σε θέλει και σήμερα κάποιος, να αισθανθείς λιγότερο μοναξιά ή και να μεγαλώσεις την ελπίδα σου ότι ίσως αυτός δεν σε θέλει μόνο για ένα στα γρήγορα.
Μια ατόφια παρακμή
Κάπου εκεί μες στο σκοτάδι, υπάρχουν και αλήθειες ειπωμένες με τον πιο φειδωλό τρόπο. Ένα κερασμένο σφηνάκι είναι μόνο η αφορμή, ένα τρυφερό νηφάλιο βλέμμα, μια σκουντιά του έρωτα. Χαίρω πολύ. Πλάσμα μοναδικό που κρύβεται πίσω από τους φόβους της αγάπης. Η αγάπη γεννήθηκε σε ένα ξενυχτάδικο, ξημερώματα Δευτέρας, λίγες ώρες πριν φορεθεί το προσωπείο της δουλειάς. Δεν ζητάω πολλά, μόνο ένα. Είναι εύκολη λεία το άφθονο ανθρώπινο κρέας αραδιασμένο στο κρεβάτι. Το δύσκολο είναι να κρατήσεις τη ψυχή που περιβάλει την αγαπημένη σου μορφή.
Υ.Γ. γραμμένο ένα βράδυ Κυριακής σε κάποιο μπαρ…
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)